Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Χατζημιχάλης Γιάνναρης

Αποτέλεσμα εικόνας για χατζημιχαλης γιανναρηςΓεννήθηκε στο ορεινό χωριό Λάκκοι, της επαρχίας Κυδωνίας, των Χανίων το 1833. Γιος ιερέα, διδάχθηκε από τον πατέρα του γραφή και ανάγνωση, πράγμα σπάνιο για την εποχή και και τις συνθήκες της. Σε νεαρή ηλικία μετέβη με τον πατέρα του (ιερέα) και τους αδελφούς του στους Αγίους Τόπους για προσκύνημα, όπου και ξαναβαπτίσθηκαν και οι τρεις στον Ιορδάνη ποταμό. Εξ ου και το προσωνύμιο "χατζής" το οποίο στην τουρκική δηλώνει τον προσκυνητή (Οθωμανό στην Μέκκα & χριστιανό στην Ιερουσαλήμ). Ο ίδιος καλείται πλέον χατζή-Μιχάλης δε πατέρας του αναφέρεται ως χατζή-Παπάς. Χαρακτήρας ατίθασος και αδούλωτος, σε ηλικία 25 ετών συμπλέκεται με Τουρκοκρητικούς που γλεντούσαν την λήξη του Κριμαϊκού πολέμου και την ήττα της Ρωσίας, στο χωριό Κυρτομάδω Κυδωνίας και έκτοτε αρχίζει η επαναστατική του δράση.
Η ηρωική μορφή του Χατζημιχάλη Γιάνναρη, κυριάρχησε σ’ όλες τις επαναστάσεις από το 1866 μέχρι και την απελευθέρωση, αλλά και στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας. Γιγαντόσωμος, έφερε μακριά γενειάδα από τα νεανικά του χρόνια, η βιβλική του όψη έδειχνε να ενσαρκώνει τους πόθους των Κρητών για την απελευθέρωση από τους Τούρκους και την ένωση με την Ελλάδα. Μια ιστορία που δείχνει την αγάπη που του είχαν οι Κρητικοί αλλά και τη γενναιότητά του είναι η παρακάτω, που περιγράφεται στο βιβλίο Χανιά 1252-1940 του Γιάννης Τσίβη:
«Πέντε χρόνια πριν από την επανάσταση του 1866 ο Χατζημιχάλης ήταν στη φυλακή στα Χανιά. Τον είχε πιάσει ο Ισμαήλ πασάς με μπαμπεσιά. Τέτοια ήταν η αγάπη που του είχε η επαρχία Κυδωνίας που όλοι φορούσαν μαύρα. Στο τέλος κατάφερε να κόψει τις αλυσίδες που του είχαν στα πόδια, να ανοίξει τρύπα στον τοίχο και να πηδήσει στο χαντάκι που έζωνε τη φυλακή.. Εκεί συνεννοημένοι τον περίμεναν δεκαεπτά Λακκιώτες που τον πήραν μαζί τους στον Ομαλό. Τότε χτίσανε οι Λακκιώτες το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα στον Ομαλό σε ανάμνηση εκείνης της δραπέτευσης
Η δράση του Χατζημιχάλη Γιάνναρη κορυφώνεται με στην επανάσταση του 1866 της οποίας έχει και την αρχηγία. Μαζί με μια έμπιστη ομάδα που την απαρτίζουν έξι Λακκιώτες, το περιβόητο Εξάρι (Χρηστούλης Κουτρούλης, Ιωάννης Μάντακας, Κώστας  Παυλάκης, Σπύρος Μαλιντρετάκης, Εμμανουήλ Ζουριδάκης, ο Αντώνης  Ακρωτηριάνος), οργανώνει τις πιο παράτολμες επιθέσεις κατά των Τούρκων.
Με την κατάπνιξη της επαναστάσεως, συλλαμβάνεται ενώ προσπαθεί να διαφύγει στην Πελοπόννησο και στέλνεται αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη. Η Υψηλή Πύλη (σουλτάνος) προσπαθεί με κάθε μέσον να τον προσεταιριστεί, τον κρατά δε σε κατ' οίκον περιορισμό και όχι στην φυλακή, προσπαθώντας να τον εκμαυλίσει με υλικές παροχές και υποσχέσεις μεγάλων αξιωμάτων. Το Πάσχα του 1870, προφασιζόμενος ότι θέλει να μεταλάβει, μεταφέρεται συνοδεία ζαπτιέδων (Οθωμανών χωροφυλάκων) στο Φανάρι για να εκκλησιασθεί. Σε συνεννόηση με τον Ρώσο πρέσβη στην Κων/πολη, δραπετεύει από την εκκλησιά μεταμφιεσμένος σε ιερέα και φυγαδεύεται από την Κων/πολη στην Οδησσό. Στην Ρωσία απολαμβάνει τιμών και διακρίσεων, κατατάσσεται στον ρωσικό στρατό οπού θα φτάσει σε ανώτερα αξιώματα. Συμμετέχει στις επαναστάσεις έως την απελευθέρωση της Κρήτης και διατελεί πρώτος πρόεδρος της βουλής της Κρητικής Πολιτείας.
Την 1η Δεκεμβρίου 1913, σε ηλικία 82 χρόνων, παρασημοφορείται απο τον τότε βασιλέα Κων/νο για την προσφορά του στους απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης και παρουσία του τότε πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου, υψώνει την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκάς των Χανίων, στην τελετή που συμβόλιζε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Απεβίωσε στο Μάλεμε Χανιών στις 21 Ιουλίου 1916, κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού και τα οστά του βρίσκονται ενταφιασμένα στον Ομαλό, δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα.